navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απόθεμα

απόθεμα

το, ουσ.

  1. α) χρηματικό περίσσευμα για μελλοντική αξιοποίηση, β) (λογιστ.) τα αποθηκευμένα εμπορεύματα των επιχειρήσεων
  2. χώρος κατάλληλος για αποθήκευση αντικειμένων
  3. οι ψυχικές ή σωματικές δυνάμεις, που διαθέτει κάποιος για να μπορεί συνεχίσει τις προσπάθειές του.

Ετυμολογία

< αποθέ(τω) + -μα.

Παράγωγα

αποθεματικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόθεμα», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθεμα/