απόθεμα
το, ουσ.
- α) χρηματικό περίσσευμα για μελλοντική αξιοποίηση, β) (λογιστ.) τα αποθηκευμένα εμπορεύματα των επιχειρήσεων
- χώρος κατάλληλος για αποθήκευση αντικειμένων
- οι ψυχικές ή σωματικές δυνάμεις, που διαθέτει κάποιος για να μπορεί συνεχίσει τις προσπάθειές του.
Ετυμολογία
< αποθέ(τω) + -μα.
Παράγωγα
αποθεματικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόθεμα», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθεμα/