navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εφάπαξ

εφάπαξ

το, άκλ.

  1. [επίρρ.] μόνο για μία φορά
  2. (συνεκδ.) [ουδ. άκλ. ουσ.] χρηματικό ποσό που καταβάλλεται άπαξ διά παντός με μία μόνο δόση και όχι τμηματικά σε εργαζόμενο ή δημόσιο υπάλληλο που αποχώρησε από την εργασία του για συνταξιοδοτικούς λόγους.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐφ-άπαξ [= μία φορά μόνο, μια για πάντα] < ἅ-παξ (επίρρ.) [= μια φορά, μία διά παντός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφάπαξ», σσ. 319-320. https://navalhistory.gr/lexiko/εφαπαξ/