εφάπαξ
το, άκλ.
- [επίρρ.] μόνο για μία φορά
- (συνεκδ.) [ουδ. άκλ. ουσ.] χρηματικό ποσό που καταβάλλεται άπαξ διά παντός με μία μόνο δόση και όχι τμηματικά σε εργαζόμενο ή δημόσιο υπάλληλο που αποχώρησε από την εργασία του για συνταξιοδοτικούς λόγους.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐφ-άπαξ [= μία φορά μόνο, μια για πάντα] < ἅ-παξ (επίρρ.) [= μια φορά, μία διά παντός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφάπαξ», σσ. 319-320. https://navalhistory.gr/lexiko/εφαπαξ/