επανατάκτης
ο, ουσ.
(τεχνολ.) ισχυρό ελατήριο στον κιλλίβαντα πυροβόλου, που επαναφέρει αυτόματα τον σωλήνα στην αρχική του θέση γέμισης μετά από την κάθε βολή και την οπισθοδρόμηση που αυτή προκαλεί, επαναφορέας.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπανατάσσω < [ἐπ(ι)- + ἀνά] + [αρχ.] τάσσω [= τακτοποιώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επανατάκτης», σ. 283. https://navalhistory.gr/lexiko/επανατακτησ/