επιβραδυντήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) μηχανικό εξάρτημα που μειώνει την ταχύτητα περιστροφής του άξονα στο κιβώτιο ταχυτήτων μιας μηχανής, αντών. επιταχυντήρας, (φρ.) «υδραυλικός / υδροδυναμίκός επιβραντήρας».
Ετυμολογία
< επιβραδύνω < επί + βραδύνω < βραδύς [= αργός], αγγλ. retarder.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιβραδυντήρας», σ. 287. https://navalhistory.gr/lexiko/επιβραδυντηρασ/