navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επαναφέρω

επαναφέρω

ρ. [μετβ.]

  1. μεταφέρω κάτι στην προηγούμενή του θέση ή κατάσταση
  2. (μτφ.) ξαναφέρνω ένα θέμα στην επικαιρότητα.

Ετυμολογία

< επ(ί) + ανά + φέρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαναφέρω», σ. 283. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναφερω/