επαναφέρω
ρ. [μετβ.]
- μεταφέρω κάτι στην προηγούμενή του θέση ή κατάσταση
- (μτφ.) ξαναφέρνω ένα θέμα στην επικαιρότητα.
Ετυμολογία
< επ(ί) + ανά + φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαναφέρω», σ. 283. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναφερω/