εξατμισόμετρο
το, ουσ.
(τεχνολ.) μετεωρολογικό όργανο εδάφους με το οποίο μετρούμε την ποσότητα του εξατμιζόμενου νερού στη διάρκεια του χρόνου που έγινε η εξάτμιση.
Ετυμολογία
< εξάτμισ(η) + -ο- + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξατμισόμετρο», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξατμισομετρο/