navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επαναλήπτης

επαναλήπτης

ο, ουσ.

(τεχνολ.) ο τηλεφωνικός ενισχυτής που χρησιμοποιείται σε γραμμές μεγάλης απόστασης, συνών. αναγεννητής.

Ετυμολογία

< επαναλήπτης < επαν- [< επί + ανά] + λήπτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επαναλήπτης», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναληπτησ/