εξπρές
το, άκλ. ουσ.
- (τεχνολ.) αμαξοστοιχία που διανύει την απόσταση πολύ γρήγορα, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις
- (γενικότ.) κάθε γρήγορος τρόπος μεταφοράς
- (ως επίρρ.) χαρακτηρισμός ταχυδρομικών επιστολών και δεμάτων για γρήγορη παράδοση.
Ετυμολογία
< αγγλ. και γαλλ. express [= ταχύς] < λατιν. expressus < exprimo [= πιέζω, τυπώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξπρές», σ. 281. https://navalhistory.gr/lexiko/εξπρεσ/