navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εξοφλώ και ξοφλώ

εξοφλώ

Και: ξοφλώ

ρ. [μετβ.]

  1. ξεπληρώνω χρέος στο σύνολό του, διακανονίζω
  2. (μτφ.) εκπληρώνω υπόσχεση ή υποχρέωση
  3. ανταποδίδω εξυπηρέτηση ή ευεργεσία που μου έγινε στο παρελθόν.

Ετυμολογία

< εξ- + [αρχ.] - ὀφλῶ / ὀφλεῖν, απαρέμφατο αορ. β΄ του ὀφείλω [= χρωστώ].

Παράγωγα

εξόφληση, εξοφλήσιμος, εξοφλητήριος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξοφλώ και ξοφλώ», σσ. 280-281. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοφλω-και-ξοφλω/