εξοφλώ
Και: ξοφλώ
ρ. [μετβ.]
- ξεπληρώνω χρέος στο σύνολό του, διακανονίζω
- (μτφ.) εκπληρώνω υπόσχεση ή υποχρέωση
- ανταποδίδω εξυπηρέτηση ή ευεργεσία που μου έγινε στο παρελθόν.
Ετυμολογία
< εξ- + [αρχ.] - ὀφλῶ / ὀφλεῖν, απαρέμφατο αορ. β΄ του ὀφείλω [= χρωστώ].
Παράγωγα
εξόφληση, εξοφλήσιμος, εξοφλητήριος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξοφλώ και ξοφλώ», σσ. 280-281. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοφλω-και-ξοφλω/