εξουσιοδότηση
η, ουσ.
- παραχώρηση εξουσίας σε κάποιον ή του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής και δράσης του για να ενεργεί όμως για λογαριασμό του παρόχου, πληρεξουσιότητα
- (νομ.) το έγγραφο που πιστοποιεί την δυνατότητα αντιπροσώπευσης από άλλο άτομο
- (ειδικότ.) «νομοθετική εξουσιοδότηση», η ανάθεση του δικαιώματος από το κοινοβούλιο στην κυβέρνηση να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα, «διοικητική εξουσιοδότηση», η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από ένα όργανο της διοίκησης σε άλλο.
Ετυμολογία
< εξουσιοδοτώ < εξουσία + [αρχ.] δοτῶ < δίδωμι [= δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξουσιοδότηση», σ. 280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξουσιοδοτηση/