navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκπαιδεύω

εκπαιδεύω

ρ. [μετβ.]

  1. ανατρέφω κάποιον σωματικά και πνευματικά, συνών. διαπαιδαγωγώ, καλλιεργώ
  2. μορφώνω, καταρτίζω
  3. εξασκώ κάποιον σε ειδική διδασκαλία.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκπαιδεύω < ἐκ- + παιδεύω < παῖς, παιδός [= παιδί].

Παράγωγα

εκπαίδευση, εκπαιδευτικός, εκπαιδευτήριο, εκπαιδευτής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπαιδεύω», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπαιδευω/