εκπαιδεύω
ρ. [μετβ.]
- ανατρέφω κάποιον σωματικά και πνευματικά, συνών. διαπαιδαγωγώ, καλλιεργώ
- μορφώνω, καταρτίζω
- εξασκώ κάποιον σε ειδική διδασκαλία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκπαιδεύω < ἐκ- + παιδεύω < παῖς, παιδός [= παιδί].
Παράγωγα
εκπαίδευση, εκπαιδευτικός, εκπαιδευτήριο, εκπαιδευτής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπαιδεύω», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπαιδευω/