navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκπέμπω

εκπέμπω

ρ. [μετβ.]

  1. διώχνω κάποιον μακριά, τον ξαποστέλνω
  2. (για πράγματα) σκορπίζω, διαχέω
  3. (για τηλεόραση και ραδιόφωνο) μεταδίδω ηχητικά ή οπτικά σήματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκ-πέμπω [= 1. στέλνω προς τα έξω, 2. αποπέμπω, εκβάλλω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπέμπω», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπεμπω/