εκπέμπω
ρ. [μετβ.]
- διώχνω κάποιον μακριά, τον ξαποστέλνω
- (για πράγματα) σκορπίζω, διαχέω
- (για τηλεόραση και ραδιόφωνο) μεταδίδω ηχητικά ή οπτικά σήματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκ-πέμπω [= 1. στέλνω προς τα έξω, 2. αποπέμπω, εκβάλλω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκπέμπω», σ. 253. https://navalhistory.gr/lexiko/εκπεμπω/