navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκδίδω

εκδίδω

ρ. [μετβ.]

  1. τυπώνω κάποιο έντυπο και το κυκλοφορώ
  2. ανακοινώνω απόφαση, (φρ.) «εκδίδω διαταγή / επιταγή»,
  3. συλλαμβάνω και παραδίνω αλλοδαπό εγκληματία στην αστυνομία της χώρας του
  4. συντάσσω επίσημο έγγραφο και το παραδίδω στον αιτούντα, (φρ.) «εκδίδω διαβατήριο»,
  5. (για γυναίκες) α) εκπορνεύω, οδηγώ με τη στάση μου μια γυναίκα στην πορνεία, β) (παθ.) εκδίδομαι, γίνομαι πόρνη.

Ετυμολογία

< εκ- + δίδω < (αρχ.) δίδωμι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκδίδω», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκδιδω/