εκδίδω
ρ. [μετβ.]
- τυπώνω κάποιο έντυπο και το κυκλοφορώ
- ανακοινώνω απόφαση, (φρ.) «εκδίδω διαταγή / επιταγή»,
- συλλαμβάνω και παραδίνω αλλοδαπό εγκληματία στην αστυνομία της χώρας του
- συντάσσω επίσημο έγγραφο και το παραδίδω στον αιτούντα, (φρ.) «εκδίδω διαβατήριο»,
- (για γυναίκες) α) εκπορνεύω, οδηγώ με τη στάση μου μια γυναίκα στην πορνεία, β) (παθ.) εκδίδομαι, γίνομαι πόρνη.
Ετυμολογία
< εκ- + δίδω < (αρχ.) δίδωμι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκδίδω», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκδιδω/