έγερση
η, ουσ.
- αφύπνιση, ξύπνημα
- (μτφ.) α) ψυχική ανόρθωση, διέγερση, ερεθισμός, β) αξίωση, διεκδίκηση
- (φρ.) «πολεμική έγερση», προετοιμασία πολεμικού σκάφους για ναυμαχία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔγερ(σις) [= ξύπνημα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έγερση», σ. 242. https://navalhistory.gr/lexiko/εγερση/