navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εγγυώμαι και εγγυούμαι

εγγυώμαι

Και: εγγυούμαι

ρ. [μετβ.]

  1. παρέχω εγγυήσεις
  2. διαβεβαιώνω υπεύθυνα για την ικανότητα ή τη φερεγγυότητα ή την τιμιότητα ή την επαγγελματικότητα κάποιου εξεταζόμενου προσώπου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐγγυῶ, - ῶμαι [= παρέχω εγγύηση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγγυώμαι και εγγυούμαι», σ. 242. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγυωμαι-και-εγγυουμαι/