εγγυώμαι
Και: εγγυούμαι
ρ. [μετβ.]
- παρέχω εγγυήσεις
- διαβεβαιώνω υπεύθυνα για την ικανότητα ή τη φερεγγυότητα ή την τιμιότητα ή την επαγγελματικότητα κάποιου εξεταζόμενου προσώπου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐγγυῶ, - ῶμαι [= παρέχω εγγύηση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγγυώμαι και εγγυούμαι», σ. 242. https://navalhistory.gr/lexiko/εγγυωμαι-και-εγγυουμαι/