δύνη
η, ουσ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης της δύναμης.
Ετυμολογία
< αγγλ. ή γαλλ. dyn(e) -η < σύντμηση της λ. dyname < αρχ. δύναμις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύνη», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυνη/