navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δυσηλεκτραγωγός

δυσηλεκτραγωγός

-ός, -ό, επίθ.

(φυσ.) αυτός που είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού, αντών. ευηλεκτραγωγός.

Ετυμολογία

< δυσ- + ήλεκτρ(ο) + αγωγός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δυσηλεκτραγωγός», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυσηλεκτραγωγοσ/