διόπτευση
η, ουσ.
α) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διοπτεύω, ρελέβο, β) η γωνία που σχηματίζει η διεύθυνση ενός σημείου (από τον παρατηρητή) με τη διεύθυνση του Βορρά, (φρ.) «διόπτευση αληθής / διπλή / μαγνητική / απόλυτη / κατά γωνία 45ο / πυξίδας / απόπλου / αγκυροβολίου / διασταυρούμενη / πολλαπλή / ραδιογωνιομετρική / της ξηράς / ασφαλείας / σχετική».
Ετυμολογία
< μτγν. διόπτευσις < αρχ. διοπτεύω [= παρατηρώ, εξετάζω, κατασκοπεύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διόπτευση», σσ. 225-226. https://navalhistory.gr/lexiko/διοπτευση/