διμεταλλισμός
ο, ουσ.
(οικον.) νομισματικό σύστημα το οποίο βασίζεται στη δυνατότητα χρησιμοποίησης δύο πολύτιμων μετάλλων (όπως χρυσού και αργύρου συγχρόνως) που συνδέονται μεταξύ τους με μια αντιστοιχία αξίας η οποία καθορίζεται από τον νόμο.
Ετυμολογία
< δι(ς) [= δύο] + μέταλλ(ο) + - ισμός.
Παράγωγα
διμεταλλιστής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διμεταλλισμός», σ. 224. https://navalhistory.gr/lexiko/διμεταλλισμοσ/