δημοπρασία
η, ουσ.
- (οικον.) δημόσια εκποίηση αντικειμένων ή περιουσιακών στοιχείων τα οποία κατακυρώνονται σε εκείνον που θα προσφέρει την υψηλότερη τιμή αγοράς, συνών. πλειστηριασμός, μεζάτι
- (φρ.) «μειοδοτική δημοπρασία», δημόσιος διαγωνισμός για την ανάθεση έργου σε εκείνον που θα προσφέρει την χαμηλότερη τιμή, «μυστική δημοπρασία», δημοπρασία με κλειστές προσφορές.
Ετυμολογία
< μτγν. δημοπράτης < δήμος + -πράτης < πιπράσκω [= πουλώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δημοπρασία», σ. 205. https://navalhistory.gr/lexiko/δημοπρασια/