εκκαθαρίζω
ρ. [μετβ.]
- απαλλάσσω, απομακρύνω, απολύω από έναν οργανισμό ή υπηρεσία ή εταιρία ή επιχείρηση κ.λπ. πρόσωπα που κρίνονται ως ανεπιθύμητα, ανίκανα ή οτιδήποτε άλλο
- (οικον.) εκτελώ τις αναγκαίες λογιστικές πράξεις και βρίσκω το τελικό χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐκκαθαρίζω [= καθαρίζω τελείως].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκαθαρίζω», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκαθαριζω/