navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκκαθαρίζω

εκκαθαρίζω

ρ. [μετβ.]

  1. απαλλάσσω, απομακρύνω, απολύω από έναν οργανισμό ή υπηρεσία ή εταιρία ή επιχείρηση κ.λπ. πρόσωπα που κρίνονται ως ανεπιθύμητα, ανίκανα ή οτιδήποτε άλλο
  2. (οικον.) εκτελώ τις αναγκαίες λογιστικές πράξεις και βρίσκω το τελικό χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐκκαθαρίζω [= καθαρίζω τελείως].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκαθαρίζω», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκαθαριζω/