δίνη
η, ουσ.

- περιστροφική κίνηση ανέμων ή νερού εξαιτίας αντιθέτων ρευμάτων, συνών. στρόβιλος, υδατοστρόβιλος, ανεμοστρόβιλος, ρούφουλος, ρουφήχτρα, (φρ). «δίνη ανέμου / αέρος / ιχνών πλοίου / ύδατος, [οι θαλάσσιες δίνες προκαλούνται από τις συγκρούσεις των παλιρροϊκών κυμάτων και από τα αντίθετα ρεύματα], (λογοτ.) «Στη Δίνη του Μάελστρομ», τίτλος διηγήματος του Edgar Allan Poe
- (μτφ.) αλλεπάλληλα γεγονότα που αναστατώνουν το ανθρωπογενές περιβάλλον.
Ετυμολογία
< αρχ. δίνη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίνη», σσ. 224-225. https://navalhistory.gr/lexiko/δινη/