navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάταση

διάταση

η, ουσ.

τέντωμα, τεζάρισμα, καργάρισμα, τσίτωμα, τάνυσμα, [δες διάταμα].

Ετυμολογία

< αρχ. διάτα(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάταση», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διαταση/