navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πόρος

πόρος

ο, ουσ.

  1. καθένα από τα μικρά ανοίγματα ή κοιλότητες, σε στερεό σώμα
  2. (ανατ.) α) καθένα από τα πολλά μικρά ανοίγματα στο δέρμα μας απ’ όπου πραγματοποιείται η άδηλος αναπνοή, β) σωληνοειδείς σχηματισμοί που επιτρέπουν τη διέλευση ουσιών, (φρ.) «δακρυϊκός / ακουστικός / ηπατικός / κυστικός / αρτηριακός κ.λπ. πόρος»,
  3. πόροι [συνήθως στον πληθ.] α) οι πηγές εσόδων, β) κάθε πηγή από την οποία
  4. ο πορθμός που ενώνει δύο κόλπους, π.χ. ο πόρος της Τροιζήνας
  5. (σπάν.) ο τόπος μέσω του οποίου περνά κανείς στην απέναντι πλευρά, συνών. πέρασμα, πέραμα, διάβαση.

Ετυμολογία

< αρχ. πόρος < περάω [= περνώ απέναντι ή από πλευρά σε πλευρά, προσπερνώ, περνώ, διασχίζω, διέρχομαι].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόρος», σσ. 687-688. https://navalhistory.gr/lexiko/ποροσ/