πόρος
ο, ουσ.
- καθένα από τα μικρά ανοίγματα ή κοιλότητες, σε στερεό σώμα
- (ανατ.) α) καθένα από τα πολλά μικρά ανοίγματα στο δέρμα μας απ’ όπου πραγματοποιείται η άδηλος αναπνοή, β) σωληνοειδείς σχηματισμοί που επιτρέπουν τη διέλευση ουσιών, (φρ.) «δακρυϊκός / ακουστικός / ηπατικός / κυστικός / αρτηριακός κ.λπ. πόρος»,
- πόροι [συνήθως στον πληθ.] α) οι πηγές εσόδων, β) κάθε πηγή από την οποία
- ο πορθμός που ενώνει δύο κόλπους, π.χ. ο πόρος της Τροιζήνας
- (σπάν.) ο τόπος μέσω του οποίου περνά κανείς στην απέναντι πλευρά, συνών. πέρασμα, πέραμα, διάβαση.
Ετυμολογία
< αρχ. πόρος < περάω [= περνώ απέναντι ή από πλευρά σε πλευρά, προσπερνώ, περνώ, διασχίζω, διέρχομαι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόρος», σσ. 687-688. https://navalhistory.gr/lexiko/ποροσ/