διαδρομώ
ρ. [μετβ.]
αρμενίζω, κάνω μικρές ή μεγάλες βόλτες άλλοτε κοντά κι άλλοτε μακριά από την ξηρά.
Ετυμολογία
< δια + δρομ(έας) + -ώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαδρομώ», σ. 208. https://navalhistory.gr/lexiko/διαδρομω/