δεκαδικός
-ή, -ό, επίθ.
(μαθημ.) α) αυτός που ανήκει στη δεκάδα ή αποτελείται από δεκάδες, β) αυτός που υποδιαιρείται σε δεκάδες, γ) (φρ.) «δεκαδικός αριθμός», ο αριθμός που αποτελείται από ακέραιο και δεκαδικό μέρος.
Ετυμολογία
< αρχ. δεκάς < δέκα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεκαδικός», σ. 200. https://navalhistory.gr/lexiko/δεκαδικοσ/