navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δημοπρατώ

δημοπρατώ

ρ. [μετβ.]

βγάζω σε πλειστηριασμό περιουσιακά στοιχεία, πουλώ προσωπικά αντικείμενα σε δημοπρασία, βγάζω στο σφυρί.

Ετυμολογία

< μτγν. δημοπράτ(ης) + ώ.

Παράγωγα

δημοπρασία, δημοπράτης, δημοπρατήριο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δημοπρατώ», σ. 205. https://navalhistory.gr/lexiko/δημοπρατω/