δασμολόγιο
το, ουσ.
(οικον.) α) κατάλογος στον οποίο καταχωρείται ο φόρος που αντιστοιχεί σε προϊόντα εισαγόμενα ή εξαγόμενα, β) σύστημα δασμολόγησης.
Ετυμολογία
< δασμός + [αρχ.] -λόγιον < λέγω [= συλλέγω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δασμολόγιο», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δασμολογιο/