Δ, δ, δέλτα
το, άκλ.
- α) το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, σύμφωνο, β) [ως αριθμητικό σύμβολο χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Δ ή δ [= τέταρτος, -η, -ο]
- (γεωγρ.) έκταση γης στις εκβολές ποταμού
- (φυσ.) μεταλλικό κράμα
- (ανατ.) γυναικεία ήβη.
Ετυμολογία
< σημιτ. dālet(h) [= τριγωνική πόρτα].
Παράγωγα
δελτακισμός [= αδυναμία προφοράς του δέλτα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Δ, δ, δέλτα», σ. 197. https://navalhistory.gr/lexiko/δ-δ-δελτα/