navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γλύφανο

γλύφανο

το, ουσ.

γλύφανο, εικόνα από το έντυπο
  1. (εργαλ.) μεταλλικό μυτερό όργανο κατάλληλο για τη λάξευση σκληρών επιφανειών, γλυφίδα, σμίλη
  2. (τεχν.) περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο.

Ετυμολογία

< μτγν. γλύφανος < αρχ. γλύφω [= σκαλίζω, χαράσσω με μαχαίρι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γλύφανο», σ. 187. https://navalhistory.gr/lexiko/γλυφανο/