γκαζόλαμπα
η, ουσ.
λάμπα φωτιστικού πετρελαίου.
Ετυμολογία
< γκάζι [< γαλλ. gaz] + λάμπα < γαλλ. lamp(e) -α < λατιν. lampada < αρχ. λαμπάς [= πυρσός, φως].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαζόλαμπα», σ. 184. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαζολαμπα/