navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άμμος

άμμος

η, ουσ.

  1. (γεωλ.) σύνολο μικροσκοπικών κόκκων, ορυκτών ή άλλων πετρωμάτων, που δημιουργούνται από τη διαβρωτική δύναμη του ανέμου, της θάλασσας, των ποταμών κ.λπ.
  2. το χώμα του πυθμένα των θαλασσών
  3. (συνεκδ.) η παραθαλάσσια λωρίδα γης
  4. (μτφ.) καθετί που χτίζεται πάνω σε ασταθές χώρο
  5. οτιδήποτε που δεν μετριέται, το πλήθος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄμμος ή ἅμμος < από συμφυρμό των λ. ἄμαθος [= αμμώδες έδαφος (της πεδιάδας), αντίθ. προς τη θαλασσινή άμμο (ψάμαθος)].

Παράγωγα

αμμούδα, αμμώδης, αμμουδερός, αμμουδιά, αμμουδιάτικο.

Σύνθετα

αμμόχωστος, αμμοχώραφο, αμμοφόρι, αμμόπανο, αμμουδόχορτο, αμμουδιάτικο, αμμόφυτο, αμμοχάλικο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμμος», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμοσ/