γάρο
το, γάρος, ο, ουσ.
- (μαγειρ.) α) αλατισμένο νερό στο οποίο συντηρούνται ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.ά. είδη τροφίμων, σαλαμούρα, συνών. άλμη, β) σάλτσα από εντόσθια ψαριών, λάδι, λεμόνι και μπαχαρικά στα ρωμαϊκά και στη συνέχεια τα βυζαντινά χρόνια
- λέκιασμα, συνών. λίγδα, λέρα, βρομιά, ρύπος, γλίτσα, γαρίλα.
Ετυμολογία
< λατιν. garum και garon < αρχ. γάρον.
Παράγωγα
γαρώνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
ο γάρος αποτελούσε στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, βασικό στοιχείο της διατροφής. Ήταν ένα είδος σάλτσας, φτιαγμένος από σιτεμένα εντόσθια λιπαρών ψαριών με αλάτι, αντίστοιχος με τη σάλτσα ψαριού (fishsauce) της κουζίνας της Άπω Ανατολής. Ο γάρος υψηλής ποιότητας (από εντόσθια και αίμα τόνου) ήταν πανάκριβος. Υπήρχαν πόλεις γύρω από τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο που ζούσαν από την παραγωγή και το εμπόριο του γάρου και των λοιπών ιχθυηρών προϊόντων. [28/8/2018]
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάρο», σ. 177. https://navalhistory.gr/lexiko/γαρο/