navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γάνος

γάνος

το, ουσ. [γεν. του γάνους – γάνεος, τῶν γανῶν - γανέων]

  1. χαρά, ευχαρίστηση, ευθυμία
  2. στιλπνότητα, γυαλάδα, λάμψη, φωτεινότητα
  3. υπερηφάνεια, υψηλοφροσύνη
  4. (για κρασί, νερό ή μέλι) καθαρό, διαυγές, με λαμπερό χρώμα
  5. (για τη βροχή) αναζωογονητική.

Ετυμολογία

< αρχ. γάνος.

Παράγωγα

η γάνα [= 1. η πράσινη σκουριά στα αγάνωτα χάλκινα σκεύη, 2. μουτζούρα σε πρόσωπα που διαπομπεύουν, 3. (μτφ.) το ρεζίλεμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάνος», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γανοσ/