γάνος
το, ουσ. [γεν. του γάνους – γάνεος, τῶν γανῶν - γανέων]
- χαρά, ευχαρίστηση, ευθυμία
- στιλπνότητα, γυαλάδα, λάμψη, φωτεινότητα
- υπερηφάνεια, υψηλοφροσύνη
- (για κρασί, νερό ή μέλι) καθαρό, διαυγές, με λαμπερό χρώμα
- (για τη βροχή) αναζωογονητική.
Ετυμολογία
< αρχ. γάνος.
Παράγωγα
η γάνα [= 1. η πράσινη σκουριά στα αγάνωτα χάλκινα σκεύη, 2. μουτζούρα σε πρόσωπα που διαπομπεύουν, 3. (μτφ.) το ρεζίλεμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάνος», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γανοσ/