navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δάγκειος

δάγκειος

ο, ουσ.

(ιατρ.)

  1. λοιμώδες τροπικό νόσημα που προκαλείται από τον δάγκειο ιό και μεταδίδεται με το τσίμπημα του κουνουπιού aedes aegypti, χαρακτηρίζεται από πυρετό και έντονους αρθρικούς και μυϊκούς πόνους
  2. (ως επίθ.) «Δάγκειος αιμορραγικός πυρετός» ή αλλιώς «πυρετός των σπασμένων οστών».

Ετυμολογία

< γαλλ. dengue και αγγλ. dengue < ισπαν. dengue < από γλώσσα της Αφρικής, σουαχίλι, dinga. Η λ. μαρτυρείται από το 1894.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δάγκειος», σ. 197. https://navalhistory.gr/lexiko/δαγκειοσ/