δάγκειος
ο, ουσ.
- Ιατρική
- από το 1894
(ιατρ.)
- λοιμώδες τροπικό νόσημα που προκαλείται από τον δάγκειο ιό και μεταδίδεται με το τσίμπημα του κουνουπιού aedes aegypti, χαρακτηρίζεται από πυρετό και έντονους αρθρικούς και μυϊκούς πόνους
- (ως επίθ.) «Δάγκειος αιμορραγικός πυρετός» ή αλλιώς «πυρετός των σπασμένων οστών».
Ετυμολογία
< γαλλ. dengue και αγγλ. dengue < ισπαν. dengue < από γλώσσα της Αφρικής, σουαχίλι, dinga. Η λ. μαρτυρείται από το 1894.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δάγκειος», σ. 197. https://navalhistory.gr/lexiko/δαγκειοσ/