navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βυθοσκοπώ

βυθοσκοπώ

ρ. [μετβ.]

εξετάζω το βυθό της θάλασσας ή της λίμνης ή του ποταμού.

Ετυμολογία

< βυθ(ός) -ο- + -σκοπώ.

Παράγωγα

βυθοσκόπιο, βυθοσκόπηση, βυθοσκόπος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βυθοσκοπώ», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυθοσκοπω/