βατ
το, άκλ. ουσ.

(φυσ.) μονάδα ηλεκτρικής ισχύος.
Ετυμολογία
< αγγλ. watt (από το όνομα του Σκωτσέζου μηχανικού *James Watt). ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Βατ Τζέιμς, (1736 - 1819), Σκωτσέζος εφευρέτης και κατασκευαστής επιστημονικών οργάνων. Μέλος της Βασιλικής Εταιρίας του Λονδίνου. Δημιουργός της ατμομηχανής και πολλών άλλων μηχανικών επινοήσεων στον τομέα της βιομηχανικής, κυρίως, παραγωγής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βατ», σσ. 150-151. https://navalhistory.gr/lexiko/βατ/