navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαστάζος

βαστάζος

ο, ουσ.

(επάγγ.) ο επαγγελματίας μεταφορέας, αυτός που μεταφέρει αποσκευές, αχθοφόρος, [παλαιότερα] χαμάλης.

Ετυμολογία

< αρχ. βαστάζων, μτχ. του βαστάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαστάζος», σ. 150. https://navalhistory.gr/lexiko/βασταζοσ/