βατί
το, ουσ.
(ιχθυολ.) σελαχοειδές βυθόβιο είδος που το άνοιγμα των πτερυγίων του ξεπερνά τα δύο μέτρα ενώ η ουρά του φέρει μακρύ αιχμηρό δηλητηριώδες αγκάθι κι είναι μακρύτερη από το κυρίως σώμα του.
Ετυμολογία
< αρχ. βάτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βατί», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βατι/