navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βολτ

βολτ

το, άκλ. ουσ.

(φυσ.) μονάδα μέτρησης της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος.

Ετυμολογία

διεθν. όρ. volt (από το όνομα του Ιταλού φυσικού *Α. Volta).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βολτ», σ. 160. https://navalhistory.gr/lexiko/βολτ/