βάρον
το, ουσ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης, αλλιώς: μπαρ.
Ετυμολογία
< διεθν. όρ bar < αρχ. βάρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάρον», σ. 149. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρον/