navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αυτεπαγωγή

αυτεπαγωγή

η, ουσ.

(φυσ.) εμφάνιση ηλεκτρεγερτικής δύναμης επαγωγής σε κύκλωμα αγωγού, όταν μεταβάλλεται η ένταση του ρεύματος, αποτελεί ειδική περίπτωση ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής.

Ετυμολογία

< αυτ(ο)- + επαγωγή, μτφρδ. από την αγγλ. selfinduction.

Παράγωγα

αυτεπαγωγικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυτεπαγωγή», σ. 135. https://navalhistory.gr/lexiko/αυτεπαγωγη/