navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαρόμετρο

βαρόμετρο

το, ουσ.

βαρόμετρο, εικόνα από το έντυπο
  1. (τεχνολ.) όργανο άμεσης μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης και πρόγνωσης του καιρού, «βαρόμετρο υδραργυρικό / ανεροειδές ή ανηροειδές / αυτογραφικό / μεταλλικό ή κενού»,
  2. (μτφ.) οτιδήποτε μπορεί να λειτουργήσει σαν δείκτης αξιολόγησης πολιτικών ή κοινωνικών μεταβολών.

Ετυμολογία

< αγγλ. barometer, γαλλ. barométre < διεθν. α΄ συνθετικό bar(ο) (< βάρος) + μέτρο(ν). Η λ. μαρτυρείται από το 1799.

Παράγωγα

βαρομετρικός/-ή/-ό [τάση, πίεση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρόμετρο», σ. 149. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρομετρο/