βαρόμετρο
το, ουσ.
- Τεχνολογία
- από το 1799

- (τεχνολ.) όργανο άμεσης μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης και πρόγνωσης του καιρού, «βαρόμετρο υδραργυρικό / ανεροειδές ή ανηροειδές / αυτογραφικό / μεταλλικό ή κενού»,
- (μτφ.) οτιδήποτε μπορεί να λειτουργήσει σαν δείκτης αξιολόγησης πολιτικών ή κοινωνικών μεταβολών.
Ετυμολογία
< αγγλ. barometer, γαλλ. barométre < διεθν. α΄ συνθετικό bar(ο) (< βάρος) + μέτρο(ν). Η λ. μαρτυρείται από το 1799.
Παράγωγα
βαρομετρικός/-ή/-ό [τάση, πίεση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρόμετρο», σ. 149. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρομετρο/