βάρος
το, ουσ.
- η δύναμη με την οποία η γη έλκει όλα τα σώματα
- το αποτέλεσμα από τη ζύγιση κάποιου αντικειμένου
- βαρύ αντικείμενο που χρησιμεύει για να παρασύρει προς τα κάτω ή να κρατάει σταθερό ένα άλλο σώμα, βαρίδιο
- (μτφ.) για άτομα που δεν έχουν να προσφέρουν στο κοινωνικό ή οικογενειακό σύνολο τίποτε, που δεν διακρίνονται για τις ικανότητές τους, ο άχρηστος, ο περιττός
- (μτφ.) στενοχώρια, δυσφορία
- η υποχρέωση που αναλαμβάνει κάποιος για λογαριασμό άλλων
- (αθλητ.) [πληθ.] μεταλλικοί δίσκοι που ενσωματώνονται σε μεταλλική μπάρα κι είναι κατάλληλοι για το άθλημα της άρσης βαρών
- (φρ.) «βάρος ατομικό / ειδικό / εκφορτώσεως / καθαρό / κινητό / μοριακό / νομικό / ολισθαίνον / υπερβάλλον / ωφέλιμο».
Σύνθετα
βαρόμετρο, βαρομετρία, βαροσκόπιο, βαροβαθμίδα, βαρογράφος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάρος», σσ. 149-150. https://navalhistory.gr/lexiko/βαροσ/