navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βάρος

βάρος

το, ουσ.

  1. η δύναμη με την οποία η γη έλκει όλα τα σώματα
  2. το αποτέλεσμα από τη ζύγιση κάποιου αντικειμένου
  3. βαρύ αντικείμενο που χρησιμεύει για να παρασύρει προς τα κάτω ή να κρατάει σταθερό ένα άλλο σώμα, βαρίδιο
  4. (μτφ.) για άτομα που δεν έχουν να προσφέρουν στο κοινωνικό ή οικογενειακό σύνολο τίποτε, που δεν διακρίνονται για τις ικανότητές τους, ο άχρηστος, ο περιττός
  5. (μτφ.) στενοχώρια, δυσφορία
  6. η υποχρέωση που αναλαμβάνει κάποιος για λογαριασμό άλλων
  7. (αθλητ.) [πληθ.] μεταλλικοί δίσκοι που ενσωματώνονται σε μεταλλική μπάρα κι είναι κατάλληλοι για το άθλημα της άρσης βαρών
  8. (φρ.) «βάρος ατομικό / ειδικό / εκφορτώσεως / καθαρό / κινητό / μοριακό / νομικό / ολισθαίνον / υπερβάλλον / ωφέλιμο».

Σύνθετα

βαρόμετρο, βαρομετρία, βαροσκόπιο, βαροβαθμίδα, βαρογράφος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάρος», σσ. 149-150. https://navalhistory.gr/lexiko/βαροσ/