βέλος
το, ουσ.
- η σαΐτα του τόξου, μικρή ράβδος που στην άκρη της είναι στερεωμένη μεταλλική ή οστέινη αιχμή
- (συνεκδ.) οτιδήποτε έχει το σχήμα του βέλους
- (μαθημ.) ευθεία ή καμπύλη γραμμή, που στη μία της άκρη διαθέτει μικρή αιχμή, σύμβολο που το συναντάμε στις συναρτήσεις ή στις γραφικές παραστάσεις των ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Ετυμολογία
< αρχ. βέλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βέλος», σ. 152. https://navalhistory.gr/lexiko/βελοσ/