ασύμμετρος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν είναι συμμετρικός, που δεν είναι αρμονικός ή που είναι δυσανάλογος, ακανόνιστος
- (φρ.) «ασύμμετροι ζυγοί», «ασύμμετρο δίζυγο / ηλεκτρικό στοιχείο (ηλεκτρολ.)», «ασύμμετρος αγωγός / άνθος (βοταν.) / αριθμός (μαθημ.)».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀσύμμετρος,
Επιρρήματα
ασύμμετρα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασύμμετρος», σ. 127. https://navalhistory.gr/lexiko/ασυμμετροσ/