navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ασύμμετρος

ασύμμετρος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι συμμετρικός, που δεν είναι αρμονικός ή που είναι δυσανάλογος, ακανόνιστος
  2. (φρ.) «ασύμμετροι ζυγοί», «ασύμμετρο δίζυγο / ηλεκτρικό στοιχείο (ηλεκτρολ.)», «ασύμμετρος αγωγός / άνθος (βοταν.) / αριθμός (μαθημ.)».

Ετυμολογία

< αρχ. ἀσύμμετρος,

Επιρρήματα

ασύμμετρα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασύμμετρος», σ. 127. https://navalhistory.gr/lexiko/ασυμμετροσ/