navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαθύς

βαθύς

-ιά, -ύ, επίθ.

  1. αυτός που έχει μεγάλο βάθος
  2. αυτός που διεισδύει σε βάθος, που γίνεται ουσιαστικός, λεπτομερής
  3. αυτός που εμφανίζει μεγάλη πυκνότητα
  4. σκοτεινόχρωμος
  5. (μτφ.) βαρύς, π.χ. «βαθύς ύπνος»,
  6. (μτφ.) έντονος, π.χ. «βαθιά συγκίνηση».

Ετυμολογία

< αρχ. [επίθ.] βαθύς, βαθεῖα, βαθύ < βένθος [= βάθος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθύς», σ. 144. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθυσ/