βαθύς
-ιά, -ύ, επίθ.
- αυτός που έχει μεγάλο βάθος
- αυτός που διεισδύει σε βάθος, που γίνεται ουσιαστικός, λεπτομερής
- αυτός που εμφανίζει μεγάλη πυκνότητα
- σκοτεινόχρωμος
- (μτφ.) βαρύς, π.χ. «βαθύς ύπνος»,
- (μτφ.) έντονος, π.χ. «βαθιά συγκίνηση».
Ετυμολογία
< αρχ. [επίθ.] βαθύς, βαθεῖα, βαθύ < βένθος [= βάθος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθύς», σ. 144. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθυσ/