ατμόσφαιρα
η, ουσ.
- (μετεωρ.) α) η αεριώδης μάζα που περιβάλλει τη γη, β) το σύνολο των μετεωρολογικών καταστάσεων που επικρατούν σε μία περιοχή
- (φυσ.) μονάδα μέτρησης της πίεσης των αερίων και των ατμών
- (μτφ.) οι συναισθηματικές δεξιότητες ή διαταραχές, οι συμπεριφορικές τάσεις και οι ψυχολογικές διακυμάνσεις ως καταστάσεις περιβαλλοντικές.
Ετυμολογία
< νεολατιν. atmosphaera < ατμό(ς) + σφαίρα, γαλλ. atmosphère, αγγλ. atmosphere.
Παράγωγα
ατμοσφαιρικός.
Σύνθετα
ατμοσφαιρογραφία > ατμοσφαιρογραφικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμόσφαιρα», σ. 132. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμοσφαιρα/