navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατμόσφαιρα

ατμόσφαιρα

η, ουσ.

  1. (μετεωρ.) α) η αεριώδης μάζα που περιβάλλει τη γη, β) το σύνολο των μετεωρολογικών καταστάσεων που επικρατούν σε μία περιοχή
  2. (φυσ.) μονάδα μέτρησης της πίεσης των αερίων και των ατμών
  3. (μτφ.) οι συναισθηματικές δεξιότητες ή διαταραχές, οι συμπεριφορικές τάσεις και οι ψυχολογικές διακυμάνσεις ως καταστάσεις περιβαλλοντικές.

Ετυμολογία

< νεολατιν. atmosphaera < ατμό(ς) + σφαίρα, γαλλ. atmosphère, αγγλ. atmosphere.

Παράγωγα

ατμοσφαιρικός.

Σύνθετα

ατμοσφαιρογραφία > ατμοσφαιρογραφικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμόσφαιρα», σ. 132. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμοσφαιρα/