αυξάνω
Και: αυξαίνω
ρ. [μετβ.]
κάνω κάτι μεγαλύτερο από ότι είναι ως προς τις διαστάσεις του, ή πολλαπλασιάζω αριθμητικά το είδος του, «αυξάνω το πλάτος», πλαταίνω, διευρύνω, φαρδαίνω, ευρύνω, «αυξάνω το μήκος», μακραίνω, επιμηκύνω, «αυξάνω την έκταση», επεκτείνω, εκτείνω, «αυξάνω τον όγκο», διογκώνω, «αυξάνω τον αριθμό / το πλήθος», πολλαπλασιάζω, «αυξάνω την ένταση / τη δύναμη», εντείνω, ενισχύω, δυναμώνω, «αυξάνω την ταχύτητα», επιταχύνω, «αυξάνω το περιεχόμενο / την περιεκτικότητα», εμπλουτίζω, «αυξάνω επιπλέον», επαυξάνω, προσαυξάνω [επίσης: «αυξάνω τη διάμετρο / την ταχύτητα / την ιστιοφορία / τις τιμές»] κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. αὐξάνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυξάνω και αυξαίνω», σ. 134. https://navalhistory.gr/lexiko/αυξανω-και-αυξαινω/