ανάλυση
η, ουσ.
- λεπτομερής καταγραφή των στοιχείων που συνθέτουν το υπό εξέταση σώμα
- (μαθημ.) κλάδος των Μαθηματικών
- (ιατρ.) η εργαστηριακή εξέταση ούρων, αίματος, ορμονών, ενζύμων κ.ά. στοιχείων του οργανισμού
- βοηθητικά βιβλία μαθητών για τα μαθηματικά και την φυσική
- (φρ.) «σύνθεση και ανάλυση δυνάμεων».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνάλυσις < ἀναλύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάλυση», σ. 81. https://navalhistory.gr/lexiko/αναλυση/